Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2005

Αφήστε το Κεφάλαιο και πιάστε τη γραμματική;

Ο σύλλογος 'Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία' έχει κατορθώσει να γίνει σημείο αναφοράς του γλωσσαμυντορικού χώρου και έχει γοητεύσει αρκετούς από την αριστερά. Τα προτάγματά του όμως είναι αντίθετα με τον πυρήνα του πολιτικού μας προγράμματος.


Κάτω από το αίτημα καθομιλουμένη ή αρχαία που πρόβαλλαν παλαιότερα τα αντιμαχόμενα γλωσσικά στρατόπεδα ή το αίτημα δημοτική ή καθαρεύουσα που προβάλλουν οι σημερινοί, κρύβονται γενικότερες εκπολιτιστικές απόψεις που έμμεσα ωφελούν ή βλάφτουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες και τάξεις.
Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία του Γλωσσικού μας Ζητήματος


Το 2001 ιδρύθηκε ο σύλλογος 'Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά' ή όπως το προτιμούν οι ιδρυτές του 'Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία' (Ε.Γ.Κ. στο εξής). Όπως εξηγούν στα φυλλάδιά τους, που είναι όλα τυπωμένα σε πολυτονικό, ο σύλλογος 'έχει στόχο την ευαισθητοποίηση φορέων και μεμονωμένων ατόμων που μπορούν να συμβάλουν με οποιοδήποτε τρόπο στην προαγωγή και διάδοση του ελληνικού λόγου'. Θεωρεί ότι καθήκον όλων μας 'πέραν πάσης πολιτικής τοποθετήσεως' είναι 'η σωστή χρήση της γλώσσας μας για την πρόσβαση στη γνώση, που αποτελεί την ισχυρότερη δύναμη για την επιβίωση του γένους και του πολιτισμού μας' και συγκροτήθηκε από 'Ακαδημαϊκούς, Πρυτάνεις Πανεπιστημίων, διανοούμενους, προσωπικότητες της επιστήμης, των γραμμάτων, της τέχνης αλλά και του ευρύτερου πολιτικού, δικαστικού, διπλωματικού, στρατιωτικού και επιχειρηματικού χώρου'. Ως τώρα έχει διοργανώσει δύο εκδηλώσεις με τίτλους φαινομενικά ουδέτερους, μία τον Ιούνιο του 2002 με θέμα 'Η γλώσσα του Ομήρου και η εποχή μας' και μία τον Ιούνιο του 2003 με θέμα 'Η ελληνική γλώσσα και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός' και έχει εκδώσει την 'Τέχνη Γραμματική' του Διονύσιου του Θράκα (2ος π.Χ. αι.) που διαφημίστηκε ως 'η πρώτη ευρωπαϊκή γραμματική'.

Η Ε.Γ.Κ. δε συγκροτήθηκε γύρω από κάποιο πρωτότυπο πρόγραμμα για την ελληνική γλώσσα: τα περί φθίνουσας πορείας, γλωσσικής αφασίας, εκλατινισμού αλλά και τα περί ιδιαιτερότητας, αδιάρρηκτης συνέχειας, ακρίβειας, πλούτου έχουν ειπωθεί αμέτρητες φορές από τότε που μαζί με τον Παπαδόπουλο πέρασε στα αζήτητα και η γλώσσα του ?για να αναφερθούμε μόνο στην πολύ πρόσφατη ιστορία μας, από την εποχή δηλ. που ο γλωσσαμυντορικός χώρος αναγκάστηκε να δεχτεί την αποφασιστική, στρατηγική ήττα της καθαρεύουσας και να προσπαθήσει, χωρίς να μαρτυράει το κρυφό του όνειρο, να 'μπολιάσει' τη δημοτική με αρχαΐζουσες εκφράσεις και λέξεις, περισσότερα αρχαία στην εκπαίδευση, τη μετάφραση των ξένων λέξεων, το πολυτονικό και μια σειρά 'αναγκαίων και εύηχων' τελικών -ν. Το καινούργιο είναι ότι για πρώτη φορά μετά το 1982 με τον 'Ελληνικό Γλωσσικό Όμιλο' των Ελύτη και Μπαμπινιώτη και τα απόνερα που προκάλεσε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η καθιέρωση του μονοτονικού οι γλωσσαμυντορικές ιδέες, πανταχού παρούσες και διάχυτες όλον αυτό τον καιρό, οργανώνονται και πάλι και αποκτούν πολιτική κάλυψη 'διακομματική' και υψηλού επιπέδου. Η ανασυγκρότηση αυτή του γλωσσαμυντορικού χώρου είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής δυναμικής που δημιούργησε η διακήρυξη σαράντα ακαδημαϊκών στις αρχές του 2001 ενάντια σε 'μια τάση να αντικατασταθεί το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό'. Η Ε.Γ.Κ. 'στρατολογεί' μέλη και σκοπεύει να γίνει ένα λόμπι, μια ομάδα πίεσης για την εξουσία. Οι δραστηριότητές της καλύπτονται και προβάλλονται από ένα ευρύ φάσμα του τύπου. Ο πρόεδρός της είναι ο πρώην ΥΠ.ΕΞ. Παπούλιας, μέλη της είναι ακαδημαϊκοί και καθηγητές ΑΕΙ, την περσινή της εκδήλωση χαιρέτησαν ο Ράλλης, ο Σγουρίδης (αντιπρόεδρος της βουλής), ο Παυλόπουλος, ο Χαλβατζής, ο Κουβέλης, η επίτροπος παιδείας της Ε.Ε. Ρέντινγκ, ενώ συντόνιζε η Λιάνα Κανέλλη, τη δε φετινή εκδήλωση, που έγινε στα πλαίσια της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε και με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, χαιρέτισαν ο Στεφανόπουλος, ο Βενιζέλος, εγκωμιάστηκε με άρθρο στην Εποχή κ.ά.

Το πραγματικό πρόβλημα βέβαια είναι ότι η Ε.Κ.Γ. και η δυναμική της δεν είναι 'ένα κόλπο των ελίτ' για να μας αποπροσανατολίσουν, δεν είναι ένα κόλπο της Ακαδημίας, κάποιων συντηρητικών ή του τύπου, ούτε καν ένα κόλπο των ηγεσιών της αριστεράς για να καλοπιάσουν ένα ακόμα ακροατήριο. Ανταποκρίνεται σε ένα διάχυτο κλίμα 'διάσωσης' της ελληνικής και 'το μόνο' που η Ε.Κ.Γ θέλει να κάνει ?και σιγά-σιγά το πετυχαίνει- είναι να αποτελέσει το σημείο αναφοράς του γλωσσαμυντορικού χώρου και να τον συγκροτήσει. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα μέλη και το κοινό της Ε.Γ.Κ. δεν ανήκει μόνο στη δεξιά και το 'πατριωτικό' ΠΑΣΟΚ αλλά ανήκει εξίσου στις διάφορες συνιστώσες της αριστεράς. Έτσι ενώ η δημοτική και το μονοτονικό, παραδοσιακά κεντρικά σημεία του αριστερού εκπαιδευτικού προγράμματος, εφαρμόστηκαν με αδιαμφισβήτητη επιτυχία, οι φαντασιώσεις του γλωσσαμυντορικού μπλοκ για τις αρχαΐζουσες εκφράσεις και το πολυτονικό στοιχειώνουν τα όνειρά μας, στρεβλώνουν τη διδακτική πρακτική στο σχολείο και αναδεικνύουν ένα ολόκληρο αντίπαλο πολιτικό πρόγραμμα κάνοντας τη σιωπή για αυτά τα θέματα απαγορευτική. Πολύ περισσότερο που μετά τη μεταπολίτευση χωρίς αριστερή πολιτική κάλυψη η όλη πολιτική επιστροφή του γλωσσαμυντορικού χώρου θα ήταν αδύνατη. Η καθαρεύουσα αλλά και κάθε αρχαϊσμός χάρη στον εύγλωττο Παπαδόπουλο γίνονταν κατανοητά σαν αυτό που πραγματικά ήταν, ένας γλωσσικός γύψος. Και ήταν τέτοια η απονομιμοποίηση της καθαρεύουσας και του πολιτικού προσωπικού που την υπηρετούσε που μόνο τα αντιδικτατορικά διαπιστευτήρια της αριστεράς μπόρεσαν να ξαναθέσουν με στοιχειώδη αξιοπιστία ένα κάποιου είδους γλωσσικό ζήτημα και να δημιουργήσουν έτσι τον ζωτικό πολιτικό χώρο για του παραδοσιακούς γλωσσαμύντορες. Είναι τέλος η συμμετοχή της αριστεράς που δημιουργεί τη συναίνεση και κάνει να εμφανίζεται ένα μέτωπο αρραγές 'πέραν πάσης πολιτικής τοποθετήσεως', που το ότι η γλώσσα κινδυνεύει εμφανίζεται σαν κάτι αυτονόητο, μια κοινοτοπία και έτσι απομονώνεται κάθε κριτική.

Κινδυνεύουν τα ελληνικά;

Ήδη η συνάντηση όλου του κοινοβουλευτικού πολιτικού φάσματος και η στοίχισή του στην 'αναγκαιότητα σεβασμού της ελληνικής γλώσσας' θα έπρεπε να βάλει τον αριστερό και την αριστερή σε σκέψεις. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όποτε έχουμε τέτοιες υπερκομματικές συνευρέσεις είναι η αριστερά που έχει απαρνηθεί το πρόγραμμά της, δεν είναι ούτε η δεξιά, ούτε η σοσιαλδημοκρατία.

Πέρα όμως από αυτή την αρχική υποψία πρέπει να εξετάσουμε το θέμα και επί της ουσίας. Μήπως δηλαδή η ελληνική όντως κινδυνεύει; Μήπως σε λίγα χρόνια θα εξαφανιστεί; Μήπως δεν τη χρησιμοποιούμε σωστά; Μήπως χρησιμοποιούμε πολλές ξένες λέξεις; Σε όλα αυτά η απάντηση είναι: όχι! Καμιά γλώσσα που έχει 'δικό της' κράτος και εκπαίδευση δεν κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι τα ελληνικά δεν είναι καμία διάλεκτος στη Σιβηρία, στην Παπούα ή στο Μεξικό που τη μιλάνε λίγες χιλιάδες άτομα και δε διδάσκεται σε καμία βαθμίδα της εκπαίδευσης. Η ελληνική δεν είναι διεθνείς γλώσσα όπως τα αγγλικά ή τα ισπανικά, είναι όμως μια 'ισχυρή' γλώσσα όπως και τα δανικά, τα ολλανδικά, κλπ. γιατί είναι ακριβώς η γλώσσα ενός έθνος-κράτος. Από την άλλη οι συνηθισμένοι θρήνοι για τα 'λάθη' στη γλώσσα το μόνο που κάνουν είναι να αντιπαρατίθενται με την ίδια την εξέλιξη της γλώσσας και τη δημιουργική στάση των ομιλητών απέναντί της που βαφτίζεται 'λάθη' και συγχρόνως προσπαθούν να σταματήσουν την εγγενή τάση του γλωσσικού συστήματος να ομογενοποιήσει τα ετερόκλητα και ξένα με αυτό στοιχεία που του κληροδότησε η καθαρεύουσα. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα ελληνικά δεν είναι ξένη γλώσσα που τη μαθαίνουμε -αν και οι καθαρευουσιάνοι το προσπαθούσαν για καιρό- αλλά εσωτερικευμένο εργαλείο επικοινωνίας που και ο κάθε ένας από μας δημιουργεί· εξάλλου αυτή ήταν πάντα η εξισωτική δύναμη της δημοτικής. Το λεξιλόγιο επίσης είναι κάτι που δε λείπει από το σύγχρονο ομιλητή της ελληνικής. Ελλείψεις διαπιστώνουν μόνο όσοι αθεράπευτα ταυτίζουν την αξία ενός κειμένου με αρχαΐζουσες, 'λόγιες' λεξιλογικές επιλογές και σκέφτονται τόσο φορμαλιστικά ώστε να θεωρούν ότι το να έρθει κανείς σε επαφή με τη φιλοσοφία ή τη λογοτεχνία είναι ζήτημα λεξιλογίου και όχι πραγματικής εμπειρίας και ενασχόλησης με τα ζητήματα που τίθενται από τις επιστήμες, τις τέχνες και τελικά την ίδια μας τη ζωή. Όσοι εξάλλου έταξαν τον εαυτό τους να φυλάττει τις Θερμοπύλες της ελληνικότητας της ελληνικής γλώσσας εύκολα θα διαπιστώσουν ότι επιτίθενται σε ανεμόμυλους. Γιατί η 'γλωσσική κληρονομιά' μας, ή, για να το πούμε στα 'ποιοτικά' ελληνικά , η 'γλωσσική κληρονομία' μας, μπορεί να έχει το όνομα ελληνική αλλά όχι μόνο έχει κοινή καταγωγή με τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (ενδεικτικά: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, λατινικά, σλαβικές γλώσσες, περσικά, ινδικά) αλλά και είναι το αποτέλεσμα αδιάκοπων διασταυρώσεων με όλες τις γλώσσες που πέρασαν όλους αυτούς τους αιώνες από την περιοχή. Στη λίστα της Ε.Γ.Κ. με τις ομηρικές λέξεις που τις χρησιμοποιούμε και σήμερα -λέξεις πάντως με πολύ αλλαγμένες την προφορά, τις γραμματικές ιδιότητες και τη σημασία- μπορούμε να προσθέσουμε ανάλογες λίστες με λατινικές, βενετσιάνικες, σλαβικές, τουρκικές, αρβανίτικες, αγγλικές και γαλλικές λέξεις, και αυτό παρά τους καθαρισμούς. Έτσι το πολύ-πολύ που μπορούν να 'πάθουν' σήμερα τα ελληνικά από τα αγγλικά είναι αυτό που για αιώνες 'πάθαιναν' και που όλες οι γλώσσες 'παθαίνουν': να δανειστούν. Εξάλλου, ακόμα και οι εθνικά ευσυνείδητοι αυτοί καθαροί δεν μπορούν να αποφύγουν τα δάνεια αλλά προτιμούν να τα κρύβουν και να διατηρήσουν μια επίφαση ελληνικότητας χρησιμοποιώντας μεταφραστικά δάνεια . Έτσι το e-mail γίνεται η-πιστολάριο (sic! βλ. π.χ. στο Βήμα), όπου δανειζόμαστε όχι μόνο την -αμερικάνικη- σημασία της λέξης αλλά και την αρχιτεκτονική της, εισάγοντας έναν τελείως νέο για τα ελληνικά τρόπο σύνθεσης!

Όλα αυτά τα γλωσσαμυντορικά επιχειρήματα κορυφώνονται με τα περί ακρίβειας, σαφήνειας και πλούτου της ελληνικής, δηλαδή με το λόγο περί ανωτερότητάς της. Εδώ πια απευθυνόμενος κανείς σε ανθρώπους με μαρξιστικό πολιτικό υπόβαθρο δεν μπορεί παρά να χλευάσει. Ξέρουμε βέβαια τι θαύματα έκανε ο Αριστοτέλης με τα ελληνικά του και ξέρουμε τι μέτρια αποτελέσματα είχαν με τα γερμανικά τους ο Μαρξ, ο Έγκελς και η Λούξεμπουργκ. Και πώς να σταθούν απέναντι σε ένα Πλάτωνα με τα ρωσικά τους ο Λένιν και ο Τρότσκυ ή με τα ιταλικά του ο Γκράμσι; Μήπως να προτείνουμε το New Left Review να βγαίνει στα ελληνικά για να αποκτήσει επιτέλους τη 'σαφήνεια των νοημάτων' και 'την ακρίβεια των λέξεων' που έχει χαρίσει η ελληνική στα κείμενα της ελληνικής αριστεράς; Ή τέλος μήπως -στα πλαίσια της διεθνιστικής αλληλεγγύης πάντα- να δώσουμε ένα χέρι βοηθείας σε εκείνους τους δύσμοιρους που ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Μπωντλαίρ, ο Θερβάντες, ο Δάντης και ο Τζόυς τους καταδίκασαν να έχουν γλώσσες υπανάπτυκτες και με φτωχό λεξιλόγιο;

Δεν είναι βέβαια τυχαίο μέσα σε αυτό το κλίμα εθνικής υπερηφάνειας που η Ε.Γ.Κ. χρησιμοποίησε μια-δυο 'ανακρίβειες' ως διαφημιστικό τρικ για την 'Τέχνη Γραμματική' του Διονυσίου του Θράκα που εξέδωσε. Ο εθνικός λόγος το συνηθίζει να ανακαλύπτει σώνει και καλά πρωτιές και να βασίζεται σε μισές αλήθειες και ολόκληρα ψέματα. Έτσι εδώ το ολόκληρο ψέμα είναι ότι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή γραμματική· στην πραγματικότητα είναι η πρώτη που μας σώζεται ολόκληρη, γιατί μας είναι γνωστό ότι κι άλλοι Αλεξανδρινοί πριν από αυτόν είχαν γράψει αντίστοιχα έργα. Μικρό βέβαια το κακό αφού ο πρώτος πάλι Αλεξανδρινός θα ήταν και τους Αλεξανδρινούς τους έχουμε οικειοποιηθεί κάτω από το όνομα 'ελληνισμός'· ο εθνικά σκεπτόμενος δεν πρέπει να προβληματιστεί. Η μισή αλήθεια όμως είναι πιο ενδιαφέρουσα, γιατί μπορεί στην Ευρώπη οι Αλεξανδρινοί να ήταν οι πρώτοι αλλά στην περίπτωση της γραμματικής πρώτος στην Ευρώπη δε σημαίνει και πρώτος στον κόσμο. Γιατί πρώτοι ήταν -τι ντροπή!- οι Ινδοί με κύριο εκπρόσωπο τον Πάνινι (περίπου 5ος αι. π.Χ.) που έγραψε και την πρώτη σωζόμενη γραμματική. Ο εθνικός λόγος όμως δεν μπορούσε να αρκεστεί στη μεγάλη επιρροή του έργου του Διονυσίου, ήθελε και την πρωτιά.

Πέρα όμως από το να επιχειρηματολογήσουμε γιατί η γλωσσαμυντορική ρητορική δεν ευσταθεί, πρέπει να δούμε ποιο είναι το πολιτικό, ιδεολογικό της υπόβαθρο, γιατί μόνο έτσι εξηγείται η επικινδυνότητα του πράγματος καθώς και η ένταση της αντιπαράθεσης και η διάρκειά της. Από τη μια λοιπόν είναι ο εθνικισμός. Ο Ε.Κ.Γ. θέλει να αποδείξει και να ενισχύσει, δηλ. να κατασκευάσει, την καθαρότητα της ελληνικής και να την κάνει να μοιάζει, όσο επιτρέπει η ήττα και η απονομιμοποίηση της καθαρεύουσας, με την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής. Τα ανθρωπιστικά μαθήματα στο σχολείο ταυτίζονται με τα αρχαία ελληνικά και γενικά μόνη αξιόλογη πολιτιστική αναφορά θεωρούνται τα αρχαία κείμενα, γιατί ό,τι γράφτηκε μετά από αυτά είναι αντιγραφή και σχολιασμός των 'αρχαίων ημών προγόνων'. Και μάλιστα αυτό που ενδιαφέρει στα κείμενα αυτά είναι η γλώσσα τους, οι λέξεις, η γραμματική και το συντακτικό· έτσι ο εθνικισμός οδηγεί στην αποθέωση του φορμαλισμού. Από την άλλη η γλωσσαμυντορική ρητορική θέλει να κάνει σαφές ότι υπάρχουν αυτοί που ξέρουν να μιλάνε, οι μορφωμένοι, και αυτοί που δεν ξέρουν, οι αγράμματοι, που θα πρέπει να τους μάθουμε να μιλάνε. Καλλιεργείται δηλ. ένα κλίμα ελιτισμού και αυθεντίας του 'μορφωμένου' που βασίζεται σε αρχαΐζουσες λεξιλογικές επιλογές και στη χρήση του πολυτονικού ως αποδείξεις ποιότητας -πάλι ο φορμαλισμός- που θέλει να τονίσει και να δικαιολογήσει την κοινωνική ιεραρχία, ιδιαίτερα εναντία σε όσους η εργασία τους είναι χειρονακτική και ενάντια στη νεολαία. Έτσι η καθαρίστρια και ο οικοδόμος 'δεν ξέρουν να μιλάνε' και καταδικάζονται σε σιωπή στις επίσημες, δημόσιες περιστάσεις, ενώ η νεολαία, που στην πραγματικότητα η γλώσσα της όχι μόνο δεν είναι φτωχή αλλά είναι ιδιαίτερα παιγνιώδης και δημιουργική, πρέπει να μπει στη θέση της γιατί έχει πάρει πολύ αέρα, πρέπει να φρονηματιστεί, να πειθαρχήσει, αρχικά, στο δάσκαλο και το σχολείο, να ξεχάσει ότι είναι αυτόνομο υποκείμενο με δικό του λόγο και να συμπεριφέρεται σα στρατιωτάκι της 'μόρφωσης'. Σήμερα όμως δεν είναι πια μόνο ο εθνικισμός και η 'φυσική' υπεροχή του 'λόγιου'. Το ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι ότι όλα αυτά συνδέονται σε ένα πρόγραμμα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που είναι τελείως ανταγωνιστικό με το αντι-παγκοσμιοποιητικό πρόγραμμα της αριστεράς. Ούτε λίγο ούτε πολύ στη φτώχεια και στον πόλεμο δεν αντιπαρατάσσεται η κοινωνική δικαιοσύνη και οι κοινωνικοί αγώνες διεθνώς αλλά η εκκαθάριση του έθνους από το 'ξένο', η επιστροφή στο έθνος-κράτος και η εθνική ταυτότητα που στην Ελλάδα ταυτίζεται με τη γλώσσα και τη θρησκεία. Πρόκειται για το πρόγραμμα της ακροδεξιάς και της δεξιάς, για το πρόγραμμα του φονταμενταλισμού. Απαντάει στο νεοφιλελευθερισμό και τον πόλεμο μιλώντας ενάντια στους μετανάστες (Νέα Μηχανιώνα), υψώνοντας λάβαρα για τις ταυτότητες (Χριστόδουλος) και ζητώντας να μάθουμε γραμματική και συντακτικό της αρχαίας (Ε.Κ.Γ.). Όσο και αν αυτά τα πολιτικά προτάγματα διεισδύουν στην αριστερά είναι ξένα με τον ίδιο τον αξιακό της πυρήνα.

Όλο αυτά το πλέγμα των απόψεων για τη γλώσσα μπορεί να μην έχει την κεντρική πολιτική σημασία και την ορατότητα που έχουν αποκτήσει ο ρατσισμός και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Πρόκειται όμως για ένα διάχυτο, υπόγειο ρεύμα που διεμβολίζει το πολιτικό φάσμα, κοχλάζει χωρίς ακόμη να εκρήγνυται, συντηρείται μέσα από δημοσιεύματα στον τύπο, νομιμοποιείται από το 'Ομιλείτε Ελληνικά;', ρίχνει δοκιμαστικές, προειδοποιητικές βολές με αφορμή την πρόταση της Διαμαντοπούλου και τώρα πια με την Ε.Γ.Κ. οργανώνεται. Άγνωστο με ποια ευκαιρία μπορεί να εκφραστεί πιο δυναμικά και να έρθει στην επιφάνεια, εντείνει τα συντηρητικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας και μας υποχρεώνει να αναμετρηθούμε μαζί του εγκαίρως.

Για μια ανταγωνιστική πολιτική για τη γλώσσα

Πρέπει επομένως να αντισταθούμε στην υπόγεια, αργόσυρτη συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας που πραγματοποιείται και μέσω των στάσεων απέναντι στη γλώσσα. Πρέπει να αντισταθούμε στη απόπειρα του γλωσσαμυντορικού χώρου να ανασυγκροτηθεί. Πρέπει να κατανοήσουμε πως όχι μόνο η 'διάσωση' της ελληνικής δεν είναι δική μας υπόθεση αλλά ούτε μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί απέναντι στις συστηματικές προσπάθειες για τη 'διάσωσή' της και να ελπίζουμε ότι οι κοινωνικοί αγώνες στην άνοδό τους αυτόματα θα τα παρακάμψουν όλα αυτά χωρίς να αντιπαρατεθούν άμεσα και ευθέως μαζί τους. Αντίθετα χρειαζόμαστε να αναπτύξουμε μια πολιτική για τη γλώσσα ανταγωνιστική με τον εθνικό λόγο και τον ελιτισμό του 'μορφωμένου', που δε θα αντιτάσσει στην παγκοσμιοποίηση το έθνος. Και υπάρχουν τα ζητήματα που επιτρέπουν στην αριστερά να κάνει και αυτή τη δική της πολιτική για τη γλώσσα και να μην είναι ουραγός της πολιτικής των 'εθνικών δυνάμεων'. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω δύο θέματα. Τα παιδιά των μεταναστών στο σχολεία αντιμετωπίζονται σαν τα ελληνικά να είναι η μητρική τους γλώσσα, χωρίς ειδική διδακτική στήριξη, και με σκοπό τη γλωσσική τους αφομοίωση και όχι και την εκμάθηση και της δική τους μητρικής γλώσσας, θέμα που έχει ήδη ανοιχτεί από τις Ρωγμές εν τάξει, ενώ για τους ενήλικες μετανάστες δεν υπάρχει η δυνατότητα συστηματικής εκμάθησης της ελληνικής. Από την άλλη οι μαθητές με μητρική γλώσσα την ελληνική, ιδιαίτερα όσοι υστερούν σε 'κοινωνικό κεφάλαιο', προσκρούουν πάνω στα αρχαία από το πρωτότυπο και την αποστήθιση αρχικών χρόνων και κλίσεων. Οι γλωσσικές ικανότητες που πρέπει ακριβώς να διδάσκει το σχολείο υποβαθμίζονται αφού δε δίνεται έμφαση στην επαφή με τα διάφορα κειμενικά είδη της μητρικής γλώσσας και στη διδασκαλία του γραπτού λόγου. Τα αρχαία προβάλλονται σα γλωσσικό πρότυπο λόγω του κύρους που αποκτούν ως βασικό κομμάτι του σχολικού προγράμματος και επειδή τα νοήματά τους φαντάζουν απροσπέλαστα αφού στο σχολείο δεν μπορούν ούτως ή άλλως να διδαχτούν αρκετά· και είναι ακριβώς τα αρχαία που δίνουν τον τόνο στη γενικευμένη εμμονή του δασκάλου και του φιλόλογου με τα 'ποιοτικά', 'σωστά', 'καθαρά' ελληνικά, εμμονή που γίνεται έτσι απαίτηση σχεδόν του σχολικού προγράμματος από την οποία ενμέρει μόνο μπορεί να ξεφύγει κανείς ατομικά. Τα γλωσσικά πρότυπα όμως που διαμορφώνονται στο σχολείο, πρότυπα τελικά και ιδεολογικά και πολιτικά, διαμορφώνουν τα κριτήριά μας και για μετά από αυτό. Τα αρχαία λοιπόν από το πρωτότυπο είναι το τελευταίο απόρθητο οχυρό των γλωσσαμυντόρων που το ΠΑΣΟΚ δεν τόλμησε να αλώσει, που η Ν.Δ. με το Μπαμπινιώτη πρόεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου τα έβαλε και στο γυμνάσιο και που η αριστερά δεν πρέπει να αθροίζεται στους υπερασπιστές του αλλά να είναι ο κύριος πολιορκητής του, όπως και παλιότερα άλλωστε.

Να μην αφήσουμε λοιπόν τη ντουντούκα και να πιάσουμε τους αρχικούς χρόνους των ρημάτων, να μην αφήσουμε τον Μάρκος και να πιάσουμε το θυμιατήρι. Να διευρύνουμε το πεδίο της πάλης, να μην αφήσουμε τίποτα στον εχθρό, να μη μαγνητιστούμε από την ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης, να οικοδομήσουμε την αντι-ηγεμονία της κυριαρχούμενης τάξης. Μακριά από μας λοιπόν η 'Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία'.

4-11-2003
Μιχάλης Καλαμαράς

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ρωγμές Εν Τάξει, τ. 16, άνοιξη-καλοκαίρι 2004


Share/Save/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια: